ιδρύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ιδρύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιδρύομαι | ιδρύεσαι | ιδρύεται | ιδρυόμαστε | ιδρύεστε | ιδρύονται |
| Παρατατικός | ιδρυόμουν / ιδρυόμουνα | ιδρυόσουν / ιδρυόσουνα | ιδρυόταν / ιδρυότανε | ιδρυόμασταν / ιδρυόμαστε | ιδρυόσασταν / ιδρυόσαστε | ιδρυόντουσαν / ιδρύονταν |
| Αόριστος | ιδρύθηκα | ιδρύθηκες | ιδρύθηκε | ιδρυθήκαμε | ιδρυθήκατε | ιδρυθήκαν / ιδρυθήκανε / ιδρύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ιδρυθώ / θα ιδρύομαι | θα ιδρυθείς / θα ιδρύεσαι | θα ιδρυθεί / θα ιδρύεται | θα ιδρυθούμε / θα ιδρυόμαστε | θα ιδρυθείτε / θα ιδρύεστε | θα ιδρυθούν / θα ιδρυθούνε / θα ιδρύονται |
| Παρακείμενος | έχω ιδρυθεί | έχεις ιδρυθεί | έχει ιδρυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιδρυθεί | είχες ιδρυθεί | είχε ιδρυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιδρυθεί / να ιδρυθώ / να ιδρύομαι | να έχεις ιδρυθεί / να ιδρυθείς / να ιδρύεσαι | να έχει ιδρυθεί / να ιδρυθεί / να ιδρύεται | να ιδρυθούμε / να ιδρυόμαστε | να ιδρυθείτε / να ιδρύεστε | να ιδρυθούν / να ιδρυθούνε / να ιδρύονται |
| Προστακτική | — | ιδρύου / ιδρύσου | — | — | ιδρυθείτε / ιδρύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →