ιδρώς
•
- λαϊκότροποο ιδρώτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδρώς < μεσαιωνική ελληνική ιδρώς < αρχαία ελληνική ἱδρώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ιδρώς < μεσαιωνική ελληνική ιδρώς < αρχαία ελληνική ἱδρώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →