ιεράρχηση
•
- το να ιεραρχεί κανείς τα πράγματα, το να βάζει σε μια συγκεκριμένη αξιολογική σειρά ένα σύνολο στοιχείων ώστε να δοθεί προτεραιότητα στο πιο επείγον ή το πιο σημαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεράρχηση < ιεραρχώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεράρχηση | ιεραρχήσεις |
| Γενική | ιεράρχησης | ιεραρχήσεων |
| Αιτιατική | ιεράρχηση | ιεραρχήσεις |
| Κλητική | ιεράρχηση | ιεραρχήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →