ιεραποστολικά
•
- ως ιεραπόστολος Βικιλεξικό
- από ιεραποστολική άποψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεραποστολικά < ιεραποστολικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ιεραποστολικά < ιεραποστολικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →