ιεραποστολικός
•
- που αναφέρεται ή ανήκει ή ταιριάζει στον ιεραπόστολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεραποστολικός < ιεραπόστολος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεραποστολικός | ιεραποστολική | ιεραποστολικό |
| Γενική | ιεραποστολικού | ιεραποστολικής | ιεραποστολικού |
| Αιτιατική | ιεραποστολικό | ιεραποστολική | ιεραποστολικό |
| Κλητική | ιεραποστολικέ | ιεραποστολική | ιεραποστολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεραποστολικοί | ιεραποστολικές | ιεραποστολικά |
| Γενική | ιεραποστολικών | ιεραποστολικών | ιεραποστολικών |
| Αιτιατική | ιεραποστολικούς | ιεραποστολικές | ιεραποστολικά |
| Κλητική | ιεραποστολικοί | ιεραποστολικές | ιεραποστολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →