Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιεραποστολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει ή ταιριάζει στον ιεραπόστολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιεραποστολικός < ιεραπόστολος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιεραποστολικόςιεραποστολικήιεραποστολικό
Γενικήιεραποστολικούιεραποστολικήςιεραποστολικού
Αιτιατικήιεραποστολικόιεραποστολικήιεραποστολικό
Κλητικήιεραποστολικέιεραποστολικήιεραποστολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιεραποστολικοίιεραποστολικέςιεραποστολικά
Γενικήιεραποστολικώνιεραποστολικώνιεραποστολικών
Αιτιατικήιεραποστολικούςιεραποστολικέςιεραποστολικά
Κλητικήιεραποστολικοίιεραποστολικέςιεραποστολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →