ιερεμιάδα
•
- η θρηνωδία, το θρηνητικό ποίημα του προφήτη Ιερεμία που προέβλεψε την άλωση της Ιερουσαλήμ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη μεμψίμοιρη και απαισιόδοξη παρουσίαση μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- Οι φυσικές καταστροφές οδηγούν συχνά σε εμβριθείς ιερεμιάδες για την τιμωρημένη υπεροψία του ανθρώπου, ο οποίος έχει την αξίωση να κυριαρχήσει πάνω στη φύση, για την τεχνική που καταστρέφει τη ζωή. (@enet.gr)
Ετυμολογία
ιερεμιάδα < (λόγιο δάνειο) γαλλική jérémiade. Μορφολογικά αναλύεται σε ιερεμί(ας) + -άδα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερεμιάδα | ιερεμιάδες |
| Γενική | ιερεμιάδας | ιερεμιάδων |
| Αιτιατική | ιερεμιάδα | ιερεμιάδες |
| Κλητική | ιερεμιάδα | ιερεμιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →