ιερογραφώ
•
- εργάζομαι ως / σαν ιερογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιερογραφώ < ιερογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιερογραφώ | ιερογραφείς | ιερογραφεί | ιερογραφούμε | ιερογραφείτε | ιερογραφούν / ιερογραφούνε |
| Παρατατικός | ιερογραφούσα | ιερογραφούσες | ιερογραφούσε | ιερογραφούσαμε | ιερογραφούσατε | ιερογραφούσαν / ιερογραφούσανε |
| Αόριστος | ιερογράφησα | ιερογράφησες | ιερογράφησε | ιερογραφήσαμε | ιερογραφήσατε | ιερογράφησαν / ιερογραφήσαν / ιερογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ιερογραφήσω / θα ιερογραφώ | θα ιερογραφήσεις / θα ιερογραφείς | θα ιερογραφήσει / θα ιερογραφεί | θα ιερογραφήσουμε / θα ιερογραφούμε | θα ιερογραφήσετε / θα ιερογραφείτε | θα ιερογραφήσουν / θα ιερογραφήσουνε / θα ιερογραφούν / θα ιερογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ιερογραφήσει | έχεις ιερογραφήσει | έχει ιερογραφήσει | έχουμε ιερογραφήσει | έχετε ιερογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιερογραφήσει | είχες ιερογραφήσει | είχε ιερογραφήσει | είχαμε ιερογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιερογραφήσει / να ιερογραφήσω / να ιερογραφώ | να έχεις ιερογραφήσει / να ιερογραφήσεις / να ιερογραφείς | να έχει ιερογραφήσει / να ιερογραφήσει / να ιερογραφεί | να έχουμε ιερογραφήσει / να ιερογραφήσουμε / να ιερογραφούμε | να έχετε ιερογραφήσει / να ιερογραφήσετε / να ιερογραφείτε | να ιερογραφήσουν / να ιερογραφήσουνε / να ιερογραφούν / να ιερογραφούνε |
| Προστακτική | — | ιερογράφει / ιερογράφησε | — | — | ιερογραφήστε / ιερογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →