Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερογραφώ

ρήμα
•
  1. εργάζομαι ως / σαν ιερογράφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιερογραφώ < ιερογράφος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιερογραφώιερογραφείςιερογραφείιερογραφούμειερογραφείτειερογραφούν / ιερογραφούνε
Παρατατικόςιερογραφούσαιερογραφούσεςιερογραφούσειερογραφούσαμειερογραφούσατειερογραφούσαν / ιερογραφούσανε
Αόριστοςιερογράφησαιερογράφησεςιερογράφησειερογραφήσαμειερογραφήσατειερογράφησαν / ιερογραφήσαν / ιερογραφήσανε
Μέλλονταςθα ιερογραφήσω / θα ιερογραφώθα ιερογραφήσεις / θα ιερογραφείςθα ιερογραφήσει / θα ιερογραφείθα ιερογραφήσουμε / θα ιερογραφούμεθα ιερογραφήσετε / θα ιερογραφείτεθα ιερογραφήσουν / θα ιερογραφήσουνε / θα ιερογραφούν / θα ιερογραφούνε
Παρακείμενοςέχω ιερογραφήσειέχεις ιερογραφήσειέχει ιερογραφήσειέχουμε ιερογραφήσειέχετε ιερογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιερογραφήσειείχες ιερογραφήσειείχε ιερογραφήσειείχαμε ιερογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω ιερογραφήσει / να ιερογραφήσω / να ιερογραφώνα έχεις ιερογραφήσει / να ιερογραφήσεις / να ιερογραφείςνα έχει ιερογραφήσει / να ιερογραφήσει / να ιερογραφείνα έχουμε ιερογραφήσει / να ιερογραφήσουμε / να ιερογραφούμενα έχετε ιερογραφήσει / να ιερογραφήσετε / να ιερογραφείτενα ιερογραφήσουν / να ιερογραφήσουνε / να ιερογραφούν / να ιερογραφούνε
Προστακτική—ιερογράφει / ιερογράφησε——ιερογραφήστε / ιερογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →