ιεροεξεταστικός
•
- που έχει τις ιδιότητες της Ιεράς Εξέτασης, επικριτικός με υπερβολική αυστηρότητα, και ακαμψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεροεξεταστικός < Ιερά Εξέταση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεροεξεταστικός | ιεροεξεταστική | ιεροεξεταστικό |
| Γενική | ιεροεξεταστικού | ιεροεξεταστικής | ιεροεξεταστικού |
| Αιτιατική | ιεροεξεταστικό | ιεροεξεταστική | ιεροεξεταστικό |
| Κλητική | ιεροεξεταστικέ | ιεροεξεταστική | ιεροεξεταστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεροεξεταστικοί | ιεροεξεταστικές | ιεροεξεταστικά |
| Γενική | ιεροεξεταστικών | ιεροεξεταστικών | ιεροεξεταστικών |
| Αιτιατική | ιεροεξεταστικούς | ιεροεξεταστικές | ιεροεξεταστικά |
| Κλητική | ιεροεξεταστικοί | ιεροεξεταστικές | ιεροεξεταστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →