ιεροκήρυκας
•
- αξίωμαπου κηρύττει το λόγο του Θεού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεροκήρυκας < μεσαιωνική ελληνική ἱεροκῆρυξ < αρχαία ελληνική ἱεροκῆρυξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεροκήρυκας | ιεροκήρυκες |
| Γενική | ιεροκήρυκα | ιεροκηρύκων |
| Αιτιατική | ιεροκήρυκα | ιεροκήρυκες |
| Κλητική | ιεροκήρυκα | ιεροκήρυκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →