Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ιερολογία ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιερολογικός < ιερολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιερολογικόςιερολογικήιερολογικό
Γενικήιερολογικούιερολογικήςιερολογικού
Αιτιατικήιερολογικόιερολογικήιερολογικό
Κλητικήιερολογικέιερολογικήιερολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιερολογικοίιερολογικέςιερολογικά
Γενικήιερολογικώνιερολογικώνιερολογικών
Αιτιατικήιερολογικούςιερολογικέςιερολογικά
Κλητικήιερολογικοίιερολογικέςιερολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →