ιερολογικός
•
- που έχει σχέση με την ιερολογία ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιερολογικός < ιερολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερολογικός | ιερολογική | ιερολογικό |
| Γενική | ιερολογικού | ιερολογικής | ιερολογικού |
| Αιτιατική | ιερολογικό | ιερολογική | ιερολογικό |
| Κλητική | ιερολογικέ | ιερολογική | ιερολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερολογικοί | ιερολογικές | ιερολογικά |
| Γενική | ιερολογικών | ιερολογικών | ιερολογικών |
| Αιτιατική | ιερολογικούς | ιερολογικές | ιερολογικά |
| Κλητική | ιερολογικοί | ιερολογικές | ιερολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →