ιερολογιότατος
•
- εκκλησιαστικός όροςπροσαγόρευση ιεροδιακόνου Βικιλεξικό
- Πρόκειται για την αποτύπωση του υμνογραφικού πλούτου της εν λόγω Μητροπόλεως, τον οποίον συγκέντρωσε, επιμελήθηκε και μάς παρουσίασε ο εγκρατής περί τα γράμματα και το υμνογράφειν ιερολογιότατος Διάκονος ...
- γενικότεραασχολούμενος με θεολογικά ζητήματα και τη μελέτη τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιερολογιότατος < → λείπει η ετυμολογία. Μορφολογικά αναλύεται σε ιερο- + λογιότατος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερολογιότατος | ιερολογιότατοι |
| Γενική | ιερολογιοτάτου / ιερολογιότατου | ιερολογιοτάτων / ιερολογιότατων |
| Αιτιατική | ιερολογιότατο | ιερολογιοτάτους / ιερολογιότατους |
| Κλητική | ιερολογιότατε | ιερολογιότατοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →