Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερολογιότατος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκκλησιαστικός όροςπροσαγόρευση ιεροδιακόνου Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για την αποτύπωση του υμνογραφικού πλούτου της εν λόγω Μητροπόλεως, τον οποίον συγκέντρωσε, επιμελήθηκε και μάς παρουσίασε ο εγκρατής περί τα γράμματα και το υμνογράφειν ιερολογιότατος Διάκονος ...
  2. γενικότεραασχολούμενος με θεολογικά ζητήματα και τη μελέτη τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιερολογιότατος < → λείπει η ετυμολογία. Μορφολογικά αναλύεται σε ιερο- + λογιότατος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιερολογιότατοςιερολογιότατοι
Γενικήιερολογιοτάτου / ιερολογιότατουιερολογιοτάτων / ιερολογιότατων
Αιτιατικήιερολογιότατοιερολογιοτάτους / ιερολογιότατους
Κλητικήιερολογιότατειερολογιότατοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →