Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερολογώ

/i.e.ɾo.loˈɣo/ρήμα
•
  1. θρησκείαδιαβάζω ειδικές εκκλησιαστικές ευχές σε μια τελετή επευλογώντας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιερολογώ < μεσαιωνική ελληνική ἱερολογῶ < ελληνιστική κοινή ἱερολογῶ, ἱερολογέω (διηγούμαι ιερούς λόγους) < αρχαία ελληνική ἱερός + λέγω. Συγχρονικά αναλύεται σε ιερο- + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιερολογώιερολογείςιερολογείιερολογούμειερολογείτειερολογούν / ιερολογούνε
Παρατατικόςιερολογούσαιερολογούσεςιερολογούσειερολογούσαμειερολογούσατειερολογούσαν / ιερολογούσανε
Αόριστοςιερολόγησαιερολόγησεςιερολόγησειερολογήσαμειερολογήσατειερολογήσαν / ιερολογήσανε / ιερολόγησαν
Μέλλονταςθα ιερολογήσω / θα ιερολογώθα ιερολογήσεις / θα ιερολογείςθα ιερολογήσει / θα ιερολογείθα ιερολογήσουμε / θα ιερολογούμεθα ιερολογήσετε / θα ιερολογείτεθα ιερολογήσουν / θα ιερολογήσουνε / θα ιερολογούν / θα ιερολογούνε
Παρακείμενοςέχω ιερολογήσειέχεις ιερολογήσειέχει ιερολογήσειέχουμε ιερολογήσειέχετε ιερολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιερολογήσειείχες ιερολογήσειείχε ιερολογήσειείχαμε ιερολογήσειείχατε ιερολογήσει—
Υποτακτικήνα έχω ιερολογήσει / να ιερολογήσω / να ιερολογώνα έχεις ιερολογήσει / να ιερολογήσεις / να ιερολογείςνα έχει ιερολογήσει / να ιερολογήσει / να ιερολογείνα έχουμε ιερολογήσει / να ιερολογήσουμε / να ιερολογούμενα έχετε ιερολογήσει / να ιερολογήσετε / να ιερολογείτενα ιερολογήσουν / να ιερολογήσουνε / να ιερολογούν / να ιερολογούνε
Προστακτική—ιερολόγησε——ιερολογήστε / ιερολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →