ιεροσυλία
•
- ιερόσυλη πράξη Βικιλεξικό
- Η εκδήλωση ελλείψεως σεβασμού σε αξία,πρόσωπο κ.λπ. που θεωρείται ιερό,αξιοσέβαστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεροσυλία < αρχαία ελληνική ἱεροσυλία < ἱερός και συλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεροσυλία | ιεροσυλίες |
| Γενική | ιεροσυλίας | ιεροσυλιών |
| Αιτιατική | ιεροσυλία | ιεροσυλίες |
| Κλητική | ιεροσυλία | ιεροσυλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →