Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιεροτελεστία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τελετουργία Βικιλεξικό
  2. η πράξη που τα στάδια της γίνονται με τρόπο τελετουργικό, με ιδιαίτερη προσοχή, τήρηση κανόνων, καθορισμένη σειρά κ.λπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιεροτελεστία < ιερός + τελεστία (< τελώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιεροτελεστίαιεροτελεστίες
Γενικήιεροτελεστίαςιεροτελεστιών
Αιτιατικήιεροτελεστίαιεροτελεστίες
Κλητικήιεροτελεστίαιεροτελεστίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →