ιεροτελεστία
•
- η τελετουργία Βικιλεξικό
- η πράξη που τα στάδια της γίνονται με τρόπο τελετουργικό, με ιδιαίτερη προσοχή, τήρηση κανόνων, καθορισμένη σειρά κ.λπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεροτελεστία < ιερός + τελεστία (< τελώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεροτελεστία | ιεροτελεστίες |
| Γενική | ιεροτελεστίας | ιεροτελεστιών |
| Αιτιατική | ιεροτελεστία | ιεροτελεστίες |
| Κλητική | ιεροτελεστία | ιεροτελεστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →