Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιεροχλόη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόγένος ποώδους φυτού της οικογένειας των αγρωστωδών που απαντάται κυρίως στις εύκρατες τις υποαρκτικές περιοχές της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, αν και ορισμένα είδη έχουν επεκταθεί προς νότο στην Αυστραλία και τη Λατινική Αμερική Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τους ειδικούς, φυλές ιθαγενών από τις περιοχές της Μοντάνα, στις ΗΠΑ, και της Αλμπέρτα, στον Καναδά, χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά την ιεροχλόη την εύοσμη –ένα μυρωδάτο είδος χόρτου– για να προστατεύονται από τα κουνούπια και άλλα ενοχλητικά έντομα. Έφτιαχναν μάλιστα χορτάρινες πλεξούδες, τις οποίες κρεμούσαν επάνω τους αλλά και στα σπίτια τους για μεγαλύτερη προστασία. (*)

Ετυμολογία

ιεροχλόη < ιερός + -ο- + χλόη (λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hierochloe < αρχαία ελληνική ἱερός + χλόη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιεροχλόηιεροχλόες
Γενικήιεροχλόηςιεροχλοών
Αιτιατικήιεροχλόηιεροχλόες
Κλητικήιεροχλόηιεροχλόες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →