ιερό
•
- τμήμα κάθε χριστιανικού ναού μέσα στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα Βικιλεξικό
- Στην αψίδα και στους κάθετους τοίχους του ιερού εικονίζονται τέσσερις ιεράρχες σε στάση τριών τετάρτων προς το κέντρο της αψίδας φορώντας μονόχρωμο, ακόσμητο φαιλόνιο (Ευθ. Ν Τσιγαρίδας, Οι τοιχογραφίες της Μονής Λατόμου Θεσσαλονίκης και η Βυζαντινή ζωγραφική του 12ου αιώνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελ. 153)
- αρχαιολογίατόπος και ο μικρός ναός που ήταν χτισμένος σε αυτόν και ήταν αφιερωμένος σε κάποιο θεό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιερό < αρχαία ελληνική ἱερόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερό | ιερά |
| Γενική | ιερού | ιερών |
| Αιτιατική | ιερό | ιερά |
| Κλητική | ιερό | ιερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →