Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερόγραφο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συμβολική παράσταση δημιουργημένη από ιερογράφο Βικιλεξικό
  2. γενικότεραιερογλυφικό ή ιερογλυφική επιγραφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιερόγραφο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιερογράφος, αναλύεται ιερό- + -γραφο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιερόγραφοιερόγραφα
Γενικήιερογράφου / ιερόγραφουιερογράφων / ιερόγραφων
Αιτιατικήιερόγραφοιερόγραφα
Κλητικήιερόγραφοιερόγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →