ιεχωβάς
•
- θρησκείαμέλος της θρησκευτικής κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεχωβάς < εβραϊκή יהוה (yəhōwā)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεχωβάς | ιεχωβάδες |
| Γενική | ιεχωβά | ιεχωβάδων |
| Αιτιατική | ιεχωβά | ιεχωβάδες |
| Κλητική | ιεχωβά | ιεχωβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →