Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ικαβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου έχει σχέση με την διάλεκτο ή ομάδα διαλέκτων της σερβο-κροατικής που ομιλείται κυρίως στη Σερβία και χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη τού γιατ (παλαιά κυριλλική: ѣ, γλαγολιτική: ⱑ, λατινική μεταγραφή: /ě/) ως /i/ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ικαβικός < αγγλική ikavic + -ικός < Ikavian

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήικαβικόςικαβικήικαβικό
Γενικήικαβικούικαβικήςικαβικού
Αιτιατικήικαβικόικαβικήικαβικό
Κλητικήικαβικέικαβικήικαβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήικαβικοίικαβικέςικαβικά
Γενικήικαβικώνικαβικώνικαβικών
Αιτιατικήικαβικούςικαβικέςικαβικά
Κλητικήικαβικοίικαβικέςικαβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →