ικανός
•
- που έχει ικανότητες Βικιλεξικό
- είναι ικανός στη δουλειά του και όλοι τον εκτιμούν
- Όσο δραστήριος και ικανός ήταν ο Βασίλειος, τόσο ακαμάτης και ανίκανος ο αδελφός του.
- που μπορεί να κάνει κάτι, που είναι σε θέση να κάνει κάτι Βικιλεξικό
- του έχω εμπιστοσύνη, είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
- που μπορεί και δε διστάζει να κάνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα μέτρα Βικιλεξικό
- είναι ικανός να φάει ολόκληρο βόδι στην καθισιά του
- στρατιωτικός όροςπου κρίνεται ότι είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία Βικιλεξικό
- αρκετά μεγάλος σε ποσότητα, σε δύναμη, αρκετός για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ικανός< αρχαία ελληνική ἱκανός < ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω / ἱκάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ικανός | ικανή | ικανό |
| Γενική | ικανού | ικανής | ικανού |
| Αιτιατική | ικανό | ικανή | ικανό |
| Κλητική | ικανέ | ικανή | ικανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ικανοί | ικανές | ικανά |
| Γενική | ικανών | ικανών | ικανών |
| Αιτιατική | ικανούς | ικανές | ικανά |
| Κλητική | ικανοί | ικανές | ικανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →