Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ικτερικός

/i.kte.ɾiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ασθενής που πάσχει από ίκτερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ικτερικός < ίκτερος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήικτερική / ικτερικός / ικτερικόικτερικές / ικτερικοί / ικτερικά
Γενικήικτερικής / ικτερικού / ικτερικούικτερικών / ικτερικών / ικτερικών
Αιτιατικήικτερική / ικτερικό / ικτερικόικτερικές / ικτερικούς / ικτερικά
Κλητικήικτερική / ικτερικέ / ικτερικόικτερικές / ικτερικοί / ικτερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ικτερικός

/i.kte.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον ίκτερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ικτερικός < ίκτερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήικτερικόςικτερικήικτερικό
Γενικήικτερικούικτερικήςικτερικού
Αιτιατικήικτερικόικτερικήικτερικό
Κλητικήικτερικέικτερικήικτερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήικτερικοίικτερικέςικτερικά
Γενικήικτερικώνικτερικώνικτερικών
Αιτιατικήικτερικούςικτερικέςικτερικά
Κλητικήικτερικοίικτερικέςικτερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →