ιλαρυντικός
•
- που έχει σχέση με την ιλαρότητα αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιλαρυντικός < ιλαρύνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιλαρυντικός | ιλαρυντική | ιλαρυντικό |
| Γενική | ιλαρυντικού | ιλαρυντικής | ιλαρυντικού |
| Αιτιατική | ιλαρυντικό | ιλαρυντική | ιλαρυντικό |
| Κλητική | ιλαρυντικέ | ιλαρυντική | ιλαρυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιλαρυντικοί | ιλαρυντικές | ιλαρυντικά |
| Γενική | ιλαρυντικών | ιλαρυντικών | ιλαρυντικών |
| Αιτιατική | ιλαρυντικούς | ιλαρυντικές | ιλαρυντικά |
| Κλητική | ιλαρυντικοί | ιλαρυντικές | ιλαρυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →