Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιλαρυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ιλαρότητα αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιλαρυντικός < ιλαρύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιλαρυντικόςιλαρυντικήιλαρυντικό
Γενικήιλαρυντικούιλαρυντικήςιλαρυντικού
Αιτιατικήιλαρυντικόιλαρυντικήιλαρυντικό
Κλητικήιλαρυντικέιλαρυντικήιλαρυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιλαρυντικοίιλαρυντικέςιλαρυντικά
Γενικήιλαρυντικώνιλαρυντικώνιλαρυντικών
Αιτιατικήιλαρυντικούςιλαρυντικέςιλαρυντικά
Κλητικήιλαρυντικοίιλαρυντικέςιλαρυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →