ιλασμός
•
- συγχώρεση Βικιλεξικό
- εξιλέωση Βικιλεξικό
- εξαγνισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιλασμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἱλάσκομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιλασμός | ιλασμοί |
| Γενική | ιλασμού | ιλασμών |
| Αιτιατική | ιλασμό | ιλασμούς |
| Κλητική | ιλασμέ | ιλασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →