ιλουστρασιόν
•
- τυπογραφίαγυαλιστερό και κατάλληλο για εκτυπώσεις (φωτογραφίες, περιοδικά κ.λπ.) Βικιλεξικό
- που είναι φτιαγμένος από γυαλιστερό χαρτί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι εξωτερικά εντυπωσιακός, αλλά εσωτερικά χωρίς ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιλουστρασιόν < (οπτικό δάνειο) γαλλική illustration
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →