Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιμάτιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ένδυμα στην αρχαία Ελλάδα με ίδια χρήση με το σημερινό παλτό Βικιλεξικό
    • οι πολύ σκούροι προπλασμοί στα πρόσωπα, η χαλαρή πτυχολογία, η αραιή χρυσοκονδυλιά στο ρόδινο ιμάτιο του Χριστού και το άτεχνο στικτό φυτικό κόσμημα στους φωτοστεφάνους οδηγούν στη χρονολόγηση της εικόνας στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αι. (Αρχαιολογικον δελτιον, τόμος 46, μέρος 2, 1996, σελ. 537)

Ετυμολογία

ιμάτιο < αρχαία ελληνική ἱμάτιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιμάτιοιμάτια
Γενικήιμάτιου / ιματίουιματίων
Αιτιατικήιμάτιοιμάτια
Κλητικήιμάτιοιμάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →