ιμίνη
•
- χημείαοποιαδήποτε αζωτούχα οργανική ένωση που φέρει στο μόριό της μία τουλάχιστον ιμινομάδα, δηλαδή =NH ή =N, ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιμίνη < αγγλική imine
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιμίνη | ιμίνες |
| Γενική | ιμίνης | ιμινών |
| Αιτιατική | ιμίνη | ιμίνες |
| Κλητική | ιμίνη | ιμίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →