ιμπεριαλιστικός
•
- σχετικός με κατακτητική και επεκτατική πολιτική ενός κράτους Βικιλεξικό
- σχετικός με τον ιμπεριαλισμό κατά την λενινιστική ανάλυση Βικιλεξικό
- ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος αποτελεί αντικειμενικό γεγονός στον καπιταλισμό ... (Κρίση, ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η απάντηση του εργατικού κινήματος, rizospastis.gr)
Ετυμολογία
ιμπεριαλιστικός < αγγλική imperialistic
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιμπεριαλιστικός | ιμπεριαλιστική | ιμπεριαλιστικό |
| Γενική | ιμπεριαλιστικού | ιμπεριαλιστικής | ιμπεριαλιστικού |
| Αιτιατική | ιμπεριαλιστικό | ιμπεριαλιστική | ιμπεριαλιστικό |
| Κλητική | ιμπεριαλιστικέ | ιμπεριαλιστική | ιμπεριαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιμπεριαλιστικοί | ιμπεριαλιστικές | ιμπεριαλιστικά |
| Γενική | ιμπεριαλιστικών | ιμπεριαλιστικών | ιμπεριαλιστικών |
| Αιτιατική | ιμπεριαλιστικούς | ιμπεριαλιστικές | ιμπεριαλιστικά |
| Κλητική | ιμπεριαλιστικοί | ιμπεριαλιστικές | ιμπεριαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →