ιμπρεσιονίστρια
•
- θηλυκό του ιμπρεσιονιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιμπρεσιονίστρια < ιμπρεσιονισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιμπρεσιονίστρια | ιμπρεσιονίστριες |
| Γενική | ιμπρεσιονίστριας | ιμπρεσιονιστριών |
| Αιτιατική | ιμπρεσιονίστρια | ιμπρεσιονίστριες |
| Κλητική | ιμπρεσιονίστρια | ιμπρεσιονίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →