ινδική όρνις
•
- πτηνόη γαλοπούλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ινδική όρνις < ινδική (θηλυκό του ινδικός) όρνις, → δείτε τη λέξη ινδιάνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινδική όρνις | ινδικές όρνιθες |
| Γενική | ινδικής όρνιθος | ινδικών ορνίθων |
| Αιτιατική | ινδική όρνιθα | ινδικές όρνιθες |
| Κλητική | ινδική όρνις | ινδικές όρνιθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →