ινδικτιώνα
•
- θρησκείαχρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν για τη μέτρηση του χρόνου (αρχικά για φορολογικούς λόγους) Βικιλεξικό
- θρησκείαεκκλησιαστική μονάδα μέτρησης χρόνου ίση με 15 χρόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ινδικτιώνα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰνδικτιών από την αιτιατική σε -ῶνα < λατινική indictio < indico < dico Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική ἴνδικτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινδικτιώνα | ινδικτιώνες |
| Γενική | ινδικτιώνας | ινδικτιώνων |
| Αιτιατική | ινδικτιώνα | ινδικτιώνες |
| Κλητική | ινδικτιώνα | ινδικτιώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →