ινδόλη
•
- χημείααζωτούχα, αρωματική οργανική ένωση (C₈H₇N) με χαρακτηριστική οσμή, που απαντά τόσο φυσικά σε φυτά και ζωικούς ιστούς όσο και ως παραπροϊόν απόσταξης της ανθρακόπισσας, με χρήσεις στην αρωματοποιία και τη βιοχημεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ινδόλη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική indole < indigo (< λατινική indicum < αρχαία ελληνική Ἰνδικόν < Ἰνδία) + oleum (< αρχαία ελληνική ἔλαιον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινδόλη | ινδόλες |
| Γενική | ινδόλης | ινδολών |
| Αιτιατική | ινδόλη | ινδόλες |
| Κλητική | ινδόλη | ινδόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →