Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιντερλούδιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δραματικό μουσικό ή κινηματογραφικό ιντερμέδιο που εκτελείται στη διάρκεια ενός θεάματος Βικιλεξικό
  2. μουσικήμουσικό κομμάτι που χρησιμεύει σαν μετάβαση μεταξύ δυο πράξεων ή δυο σκηνών ενός θεατρικού έργου Βικιλεξικό
  3. μουσικήονομασία που δίνουν μερικές φορές σε επεισόδιο φούγκας Βικιλεξικό
  4. μουσικήστο εκκλησιαστικό όργανο, μικρός αυτοσχεδιασμός μεταξύ δυο στροφών ύμνου, ψαλμού ή χορικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιντερλούδιο < ιταλική interludio (δραματικό ιντερμέδιο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιντερλούδιοιντερλούδια
Γενικήιντερλούδιουιντερλούδιων
Αιτιατικήιντερλούδιοιντερλούδια
Κλητικήιντερλούδιοιντερλούδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →