ιντερμέδιο
•
- θέατροπαρεμβολή ανάμεσα σε δύο πράξεις ενός θεατρικού (ή άλλου) έργου, με σχετική (ή απόλυτη) αυτοτέλεια σε σχέση με το υπόλοιπο έργο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηενδιάμεσο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιντερμέδιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἰντερμέδιον < (οπτικό δάνειο) ιταλική intermedio < λατινική intermedius < inter + medius
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιντερμέδιο | ιντερμέδια |
| Γενική | ιντερμέδιου | ιντερμέδιων |
| Αιτιατική | ιντερμέδιο | ιντερμέδια |
| Κλητική | ιντερμέδιο | ιντερμέδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →