Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιντερμέδιο

/in.teɾˈme.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θέατροπαρεμβολή ανάμεσα σε δύο πράξεις ενός θεατρικού (ή άλλου) έργου, με σχετική (ή απόλυτη) αυτοτέλεια σε σχέση με το υπόλοιπο έργο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηενδιάμεσο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιντερμέδιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἰντερμέδιον < (οπτικό δάνειο) ιταλική intermedio < λατινική intermedius < inter + medius

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιντερμέδιοιντερμέδια
Γενικήιντερμέδιουιντερμέδιων
Αιτιατικήιντερμέδιοιντερμέδια
Κλητικήιντερμέδιοιντερμέδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →