Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιντερνετάκιας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςχαρακτηρισμός ατόμου που ασχολείται υπερβολικά με το ίντερνετ Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηχαρακτηρισμός ατόμου που θεωρούμε ότι γνωρίζει αρκετά για το διαδίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιντερνετάκιας < ίντερνετ + -άκιας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιντερνετάκιαςιντερνετάκηδες
Γενικήιντερνετάκιαιντερνετάκηδων
Αιτιατικήιντερνετάκιαιντερνετάκηδες
Κλητικήιντερνετάκιαιντερνετάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →