ινφάντη
•
- τίτλος που έφερε μια Ισπανίδα πριγκίπισσα (βασιλοπούλα) Βικιλεξικό
- λευκή λευκότερη κι απ' την αυγή, η Λεονώρα, ινφάντη απ' την Καστίλλη (τραγούδι)
Ετυμολογία
ινφάντη < ινφάντης
Άλλοι τύποι
ινφάντα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →