ιολογία
•
- ιατρικήη επιστήμη που ασχολείται με τη δομή και την καταπολέμηση ή και την θεραπευτική αξιοποίηση των ιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιολογία < ιός + -ο- + -λογία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική virology)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιολογία | ιολογίες |
| Γενική | ιολογίας | ιολογιών |
| Αιτιατική | ιολογία | ιολογίες |
| Κλητική | ιολογία | ιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →