ιονίζω
•
- φυσικήφορτίζω θετικά ή αρνητικά ένα άτομο ή ένα μόριο ώστε να το μετατρέψω σε ιόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιονίζω < διαγλωσσική ορολογία ionize < αρχαία ελληνική ἰόν + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιονίζω | ιονίζεις | ιονίζει | ιονίζουμε | ιονίζετε | ιονίζουν / ιονίζουνε |
| Παρατατικός | ιόνιζα | ιόνιζες | ιόνιζε | ιονίζαμε | ιονίζατε | ιονίζαν / ιονίζανε / ιόνιζαν |
| Αόριστος | ιόνισα | ιόνισες | ιόνισε | ιονίσαμε | ιονίσατε | ιονίσαν / ιονίσανε / ιόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ιονίζω / θα ιονίσω | θα ιονίζεις / θα ιονίσεις | θα ιονίζει / θα ιονίσει | θα ιονίζουμε / θα ιονίσουμε | θα ιονίζετε / θα ιονίσετε | θα ιονίζουν / θα ιονίζουνε / θα ιονίσουν / θα ιονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ιονίσει | έχεις ιονίσει | έχει ιονίσει | έχουμε ιονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιονίσει | είχες ιονίσει | είχε ιονίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιονίσει / να ιονίζω / να ιονίσω | να έχεις ιονίσει / να ιονίζεις / να ιονίσεις | να έχει ιονίσει / να ιονίζει / να ιονίσει | να έχουμε ιονίσει / να ιονίζουμε / να ιονίσουμε | να ιονίζετε / να ιονίσετε | να ιονίζουν / να ιονίζουνε / να ιονίσουν / να ιονίσουνε |
| Προστακτική | — | ιόνιζε / ιόνισε | — | — | ιονίζετε / ιονίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ιονίστηκαιονίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →