Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιοντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα ιόντα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιοντικός < ιόν + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ionique ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ionic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιοντικόςιοντικήιοντικό
Γενικήιοντικούιοντικήςιοντικού
Αιτιατικήιοντικόιοντικήιοντικό
Κλητικήιοντικέιοντικήιοντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιοντικοίιοντικέςιοντικά
Γενικήιοντικώνιοντικώνιοντικών
Αιτιατικήιοντικούςιοντικέςιοντικά
Κλητικήιοντικοίιοντικέςιοντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →