ιοντικός
•
- που έχει σχέση με τα ιόντα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιοντικός < ιόν + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ionique ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ionic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιοντικός | ιοντική | ιοντικό |
| Γενική | ιοντικού | ιοντικής | ιοντικού |
| Αιτιατική | ιοντικό | ιοντική | ιοντικό |
| Κλητική | ιοντικέ | ιοντική | ιοντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιοντικοί | ιοντικές | ιοντικά |
| Γενική | ιοντικών | ιοντικών | ιοντικών |
| Αιτιατική | ιοντικούς | ιοντικές | ιοντικά |
| Κλητική | ιοντικοί | ιοντικές | ιοντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →