ιοντοθεραπεία
•
- η για θεραπευτικούς λόγους εισαγωγή ιόντων σε ιστούς με την εφαρμογή ηλεκτρικού πεδίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιοντοθεραπεία < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιόν + -θεραπεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιοντοθεραπεία | ιοντοθεραπείες |
| Γενική | ιοντοθεραπείας | ιοντοθεραπειών |
| Αιτιατική | ιοντοθεραπεία | ιοντοθεραπείες |
| Κλητική | ιοντοθεραπεία | ιοντοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →