Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιουλιανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται κατά τον Ιούλιο Βικιλεξικό
  2. σχετικός με τον Ιούλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιουλιανός < Ιούλ(ιος) + -ιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιουλιανόςιουλιανήιουλιανό
Γενικήιουλιανούιουλιανήςιουλιανού
Αιτιατικήιουλιανόιουλιανήιουλιανό
Κλητικήιουλιανέιουλιανήιουλιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιουλιανοίιουλιανέςιουλιανά
Γενικήιουλιανώνιουλιανώνιουλιανών
Αιτιατικήιουλιανούςιουλιανέςιουλιανά
Κλητικήιουλιανοίιουλιανέςιουλιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →