Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιουνιανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει κατά τον Ιούνιο Βικιλεξικό
  2. σχετικός με τον Ιούνιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιουνιανός < Ιούνι(ος) + -ανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιουνιανόςιουνιανήιουνιανό
Γενικήιουνιανούιουνιανήςιουνιανού
Αιτιατικήιουνιανόιουνιανήιουνιανό
Κλητικήιουνιανέιουνιανήιουνιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιουνιανοίιουνιανέςιουνιανά
Γενικήιουνιανώνιουνιανώνιουνιανών
Αιτιατικήιουνιανούςιουνιανέςιουνιανά
Κλητικήιουνιανοίιουνιανέςιουνιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →