Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιππάριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παλαιοντολογίαείδος προϊστορικού αλόγου / ίππου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιππάριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἱππάριον < αρχαία ελληνική ἵππος. Μορφολογικά αναλύεται σε ίππος + -άριο : για την παλαιοντολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική hipparion)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιππάριοιππάρια
Γενικήιππάριου / ιππαρίουιππάριων / ιππαρίων
Αιτιατικήιππάριοιππάρια
Κλητικήιππάριοιππάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →