Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιπποειδής

/i.po.iˈðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει με άλογο Βικιλεξικό
  2. ζωολογίαοικογένεια μαστοφόρων θηλαστικών Βικιλεξικό
    • Η πολύ κοπιαστική εργασία των ιπποειδών είναι μια εικόνα που συναντάται σε πολλά μέρη της Ελλάδας, με ιδιαίτερη ένταση τους καλοκαιρινούς μήνες.
    • ότι οι εθνικές κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν αναλάβει την υποχρέωση να κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, με τηλεγράφημα, τηλετυπία ή τηλεφωτοτυπία, εντός 24 ορών, την επιβεβαίωση της εμφάνισης οποιασδήποτε μολυσματικής ή μεταδοτικής νόσου των ιπποειδών των πινάκων Α και Β του αρμόδιου κτηνιατρικού οργανισμού (93/195/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 1993 για τους υγειονομικούς όρους και την υγειονομική πιστοποίηση που απαιτούνται για την επανείσοδο εγγεγραμμένων ίππων προοριζόμενων για ιπποδρομίες, διαγωνισμούς και πολιτιστικές εκδηλώσεις μετά από προσωρινή εξαγωγή https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:31993D0195)

Ετυμολογία

ιπποειδής < ιππο- + -ειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιπποειδήςιπποειδήςιπποειδές
Γενικήιπποειδούςιπποειδούςιπποειδούς
Αιτιατικήιπποειδήιπποειδήιπποειδές
Κλητικήιπποειδή / ιπποειδήςιπποειδήςιπποειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιπποειδείςιπποειδείςιπποειδή
Γενικήιπποειδώνιπποειδώνιπποειδών
Αιτιατικήιπποειδείςιπποειδείςιπποειδή
Κλητικήιπποειδείςιπποειδείςιπποειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →