ιπποκομία
•
- η φροντίδα για την καθαριότητα, την υγεία και τη διατροφή των αλόγων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιπποκομία < ἱπποκόμος < ἱππο- + κομῶ (: φροντίζω), αναλύεται ίππ(ος) + -ο- + -κομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποκομία | ιπποκομίες |
| Γενική | ιπποκομίας | ιπποκομιών |
| Αιτιατική | ιπποκομία | ιπποκομίες |
| Κλητική | ιπποκομία | ιπποκομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →