Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιππονομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη τροφή που διανέμεται στους (στρατιωτικούς) ίππους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιππονομή < ελληνιστική κοινή ἱππονόμος + -ή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιππονομήιππονομές
Γενικήιππονομήςιππονομών
Αιτιατικήιππονομήιππονομές
Κλητικήιππονομήιππονομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →