ιπποπόταμος
•
- θηλαστικό ζώοχοντρό αμφίβιο τετράποδο θηλαστικό, ανήκει στην οικογένεια των Παχυδέρμων, ζει στα μεγάλα ποτάμια και λίμνες της Αφρικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιπποπόταμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἱπποπόταμος < αρχαία ελληνική ἵππος (ιππο-) + ποταμ(ός) + κατάληξη -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποπόταμος | ιπποπόταμοι |
| Γενική | ιπποποτάμου / ιπποπόταμου | ιπποποτάμων / ιπποπόταμων |
| Αιτιατική | ιπποπόταμο | ιπποποτάμους / ιπποπόταμους |
| Κλητική | ιπποπόταμε | ιπποπόταμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →