ιριδίζω
•
- κάνω να εμφανιστούν τα χρώματα της ίριδας σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- Ο ιστός της αράχνης ιριδίζει με το φως του ήλιου.
Ετυμολογία
ιριδίζω < ίριδα + -ίζω < αρχαία ελληνική ἶρις ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) iriser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιριδίζω | ιριδίζεις | ιριδίζει | ιριδίζουμε | ιριδίζετε | ιριδίζουν / ιριδίζουνε |
| Παρατατικός | ιρίδιζα | ιρίδιζες | ιρίδιζε | ιριδίζαμε | ιριδίζατε | ιρίδιζαν / ιριδίζαν / ιριδίζανε |
| Αόριστος | ιρίδισα | ιρίδισες | ιρίδισε | ιριδίσαμε | ιριδίσατε | ιρίδισαν / ιριδίσαν / ιριδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ιριδίζω / θα ιριδίσω | θα ιριδίζεις / θα ιριδίσεις | θα ιριδίζει / θα ιριδίσει | θα ιριδίζουμε / θα ιριδίσουμε | θα ιριδίζετε / θα ιριδίσετε | θα ιριδίζουν / θα ιριδίζουνε / θα ιριδίσουν / θα ιριδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ιριδίσει | έχεις ιριδίσει | έχει ιριδίσει | έχουμε ιριδίσει | έχετε ιριδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιριδίσει | είχες ιριδίσει | είχε ιριδίσει | είχαμε ιριδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιριδίσει / να ιριδίζω / να ιριδίσω | να έχεις ιριδίσει / να ιριδίζεις / να ιριδίσεις | να έχει ιριδίσει / να ιριδίζει / να ιριδίσει | να έχουμε ιριδίσει / να ιριδίζουμε / να ιριδίσουμε | να έχετε ιριδίσει / να ιριδίζετε / να ιριδίσετε | να ιριδίζουν / να ιριδίζουνε / να ιριδίσουν / να ιριδίσουνε |
| Προστακτική | — | ιρίδιζε / ιρίδισε | — | — | ιριδίζετε / ιριδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →