Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιριδίζω

/i.ɾiˈði.zo/ρήμα
•
  1. κάνω να εμφανιστούν τα χρώματα της ίριδας σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
    • Ο ιστός της αράχνης ιριδίζει με το φως του ήλιου.

Ετυμολογία

ιριδίζω < ίριδα + -ίζω < αρχαία ελληνική ἶρις ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) iriser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιριδίζωιριδίζειςιριδίζειιριδίζουμειριδίζετειριδίζουν / ιριδίζουνε
Παρατατικόςιρίδιζαιρίδιζεςιρίδιζειριδίζαμειριδίζατειρίδιζαν / ιριδίζαν / ιριδίζανε
Αόριστοςιρίδισαιρίδισεςιρίδισειριδίσαμειριδίσατειρίδισαν / ιριδίσαν / ιριδίσανε
Μέλλονταςθα ιριδίζω / θα ιριδίσωθα ιριδίζεις / θα ιριδίσειςθα ιριδίζει / θα ιριδίσειθα ιριδίζουμε / θα ιριδίσουμεθα ιριδίζετε / θα ιριδίσετεθα ιριδίζουν / θα ιριδίζουνε / θα ιριδίσουν / θα ιριδίσουνε
Παρακείμενοςέχω ιριδίσειέχεις ιριδίσειέχει ιριδίσειέχουμε ιριδίσειέχετε ιριδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιριδίσειείχες ιριδίσειείχε ιριδίσειείχαμε ιριδίσει——
Υποτακτικήνα έχω ιριδίσει / να ιριδίζω / να ιριδίσωνα έχεις ιριδίσει / να ιριδίζεις / να ιριδίσειςνα έχει ιριδίσει / να ιριδίζει / να ιριδίσεινα έχουμε ιριδίσει / να ιριδίζουμε / να ιριδίσουμενα έχετε ιριδίσει / να ιριδίζετε / να ιριδίσετενα ιριδίζουν / να ιριδίζουνε / να ιριδίσουν / να ιριδίσουνε
Προστακτική—ιρίδιζε / ιρίδισε——ιριδίζετε / ιριδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →