Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιριδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την οφθαλμική ίριδα Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με τον ιριδισμό, πχ ιριδική στρατιωτική παραλλαγή Βικιλεξικό
  3. συνήθως σκωπτικόπου ανήκει σε γυναίκα, κορίτσια ή κοπέλα που ονομάζεται Ίριδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιριδικόςιριδικήιριδικό
Γενικήιριδικούιριδικήςιριδικού
Αιτιατικήιριδικόιριδικήιριδικό
Κλητικήιριδικέιριδικήιριδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιριδικοίιριδικέςιριδικά
Γενικήιριδικώνιριδικώνιριδικών
Αιτιατικήιριδικούςιριδικέςιριδικά
Κλητικήιριδικοίιριδικέςιριδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →