Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισθμιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα Ίσθμια ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τον ισθμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισθμιακός < αρχαία ελληνική Ἰσθμιακός < Ἴσθμια < ἰσθμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισθμιακόςισθμιακήισθμιακό
Γενικήισθμιακούισθμιακήςισθμιακού
Αιτιατικήισθμιακόισθμιακήισθμιακό
Κλητικήισθμιακέισθμιακήισθμιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισθμιακοίισθμιακέςισθμιακά
Γενικήισθμιακώνισθμιακώνισθμιακών
Αιτιατικήισθμιακούςισθμιακέςισθμιακά
Κλητικήισθμιακοίισθμιακέςισθμιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →