ισιώνω
•
- κάνω κάτι ίσιο (αν είναι στραβό) ή ομαλό (αν είναι ακατάστατο) ή επίπεδο (αν έχει ανώμαλη επιφάνεια) Βικιλεξικό
- Η ταμπέλα στην ταράτσα με γράμματα μπλε ξεφτισμένα έχει γείρει από τον αέρα, δεν την ίσιωσε κανείς. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
ισιώνω < ίσι(ος) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισιώνω | ισιώνεις | ισιώνει | ισιώνουμε | ισιώνετε | ισιώνουν / ισιώνουνε |
| Παρατατικός | ίσιωνα | ίσιωνες | ίσιωνε | ισιώναμε | ισιώνατε | ίσιωναν / ισιώναν / ισιώνανε |
| Αόριστος | ίσιωσα | ίσιωσες | ίσιωσε | ισιώσαμε | ισιώσατε | ίσιωσαν / ισιώσαν / ισιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ισιώνω / θα ισιώσω | θα ισιώνεις / θα ισιώσεις | θα ισιώνει / θα ισιώσει | θα ισιώνουμε / θα ισιώσουμε | θα ισιώνετε / θα ισιώσετε | θα ισιώνουν / θα ισιώνουνε / θα ισιώσουν / θα ισιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισιώσει | έχεις ισιώσει | έχει ισιώσει | έχουμε ισιώσει | έχετε ισιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισιώσει | είχες ισιώσει | είχε ισιώσει | είχαμε ισιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισιώσει / να ισιώνω / να ισιώσω | να έχεις ισιώσει / να ισιώνεις / να ισιώσεις | να έχει ισιώσει / να ισιώνει / να ισιώσει | να έχουμε ισιώσει / να ισιώνουμε / να ισιώσουμε | να έχετε ισιώσει / να ισιώνετε / να ισιώσετε | να ισιώνουν / να ισιώνουνε / να ισιώσουν / να ισιώσουνε |
| Προστακτική | — | ίσιωνε / ίσιωσε | — | — | ισιώνετε / ισιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →